Η κρίση της έβδομης τέχνης και προτάσεις για την αναγέννησή της

5 1 1 1 1 1 Βαθμολογία 5.00 (20 Ψήφοι)

Η κρίση της έβδομης τέχνης και προτάσεις για την αναγέννησή της

Διευκρινίσεις για το πλαίσιο κειμένου: πρόκειται για μια απόπειρα προσέγγισης της υπάρχουσας -της τελευταίας δεκαετίας- κατάστασης της έβδομης τέχνης με προσωπικές διαπιστώσεις και εκτιμήσεις χωρίς καμία διάθεση αυθεντίας και δογματισμού. Επίσης σε αυτές τις διαπιστώσεις δεν προβαίνω με βάση τις λιγοστές σινεφίλ ταινίες που αντιστέκονται στην κινηματογραφική κρίση• προβαίνω με βάση τις ταινίες μαζικής παραγωγής οι οποίες  αποτελούν προϊόντα της κρίσης και οι οποίες λόγω της μαζικής αποδοχής τους τη διαιωνίζουν.

Μήπως ο κινηματογράφος έχει πάψει να είναι τέχνη; Και όρος τέχνη τι σημαίνει; Καταρχάς η λέξη τέχνη προέρχεται από το αρχαίο ρήμα τίκτομαι που σημαίνει γεννώ. Άρα, όπως συνάγουμε από την ετυμολογία της, η τέχνη είναι κάτι που γεννά, παράγει οραματισμούς, ιδέες (τα λεγόμενα μηνύματα) ωφέλιμες στην ανθρωπότητα και προκαλεί συναισθήματα. Αυτοί είναι οι λειτουργικοί και δικαιολογητικοί σκοποί ύπαρξης της τέχνης. Έχοντας υπόψη την πλειονότητα των επιτυχημένων ταινιών (και δεν αναφέρομαι στις σινεφίλ ταινίες ανεξάρτητων παραγωγών, αλλά στις blockbuster μεγάλων εταιρειών), ας αναρωτηθούμε αν η έβδομη τέχνη των τελευταίων ετών υπηρετεί τους προλεχθέντες σκοπούς της ως τέχνη μέσω του «καμβά» της, δηλαδή των ταινιών. Για τη βέλτιστη προσέγγιση του θέματος θα προβώ σε μια ακροθιγή κωδικοποίηση των σκοπών της τέχνης σε ένα δυαδικό σχήμα. Ο ένας κεφαλαιώδης σκοπός της είναι η γέννηση και προαγωγή μηνυμάτων και ιδεών. Ο έτερος είναι η πρόκληση συναισθημάτων. Ας ερευνήσουμε λοιπόν αν ο κινηματογράφος της δεκαετίας μας εκπληρώνει τους βασικούς αυτούς σκοπούς της τέχνης ώστε να δικαιούται να ανήκει σε αυτή ως έβδομο παρακλάδι της.

Αρχική μας ερώτηση λοιπόν είναι: «ο κινηματογράφος προάγει σήμερα μηνύματα και ιδέες;». Μονολεκτικά θα απαντήσω «όχι» και θα το τεκμηριώσω. Καταρχάς για να προάγει ιδέες απαιτείται να υπάρχει ελευθερία έκφρασης των δημιουργών (όπως εξάλλου συμβαίνει και στις άλλες τέχνες). Όμως σήμερα η ελευθερία έκφρασης των δημιουργών εκλείπει. Εκλείπει γιατί η έβδομη τέχνη στρατεύεται υπέρ ορισμένων ιδεών. Ιδέες τις οποίες επιβάλλουν οι παραγωγοί για να εξυπηρετήσουν τα εκάστοτε συμφέροντά τους (οι περισσότεροι εκ των οποίων έχουν συμφέρον τους το κέρδος και όχι την καλλιτεχνική επιτυχία). Αυτή η πρακτική που στερεί την ελευθερία έκφρασης των δημιουργών δεν πρόκειται για κάποιο εικαζόμενο αποκύημα συνωμοσιολογίας. Πρόκειται για ένα λογικό επακόλουθο που προκάλεσε η σχεδόν καθολική επικράτηση του καπιταλιστικού δόγματος. Επικράτηση που μετουσίωσε την έβδομη τέχνη σε βιομηχανία. Η μετουσίωση αυτή έφερε και μετουσίωση του σκοπού της. Σκοπός της έγινε η αποκόμιση κέρδους και μεγιστοποίησή του. Μέσον κέρδους έγιναν οι ταινίες και οι οποίες για να το αποκομίσουν πρέπει να αποκτήσουν ζήτηση στην αγορά. Να τις θέλει, να τις ζητά ο θεατής-καταναλωτής. Και ζητά κάτι το οποίο ανταποκρίνεται στις ανάγκες του. Μία από τις ανάγκες του λοιπόν είναι εύκολη και η εύπεπτη διασκέδαση και όχι η λήψη «τροφής για γόνιμη σκέψη» η οποία θα μπορούσε να του δώσει ιδέες για επίλυση των προβλημάτων του. Έτσι γίνεται αντιληπτό γιατί δεν υφίσταται ελευθερία έκφρασης η όποια θα άφηνε τους δημιουργούς να μεταδώσουν ιδέες και οραματισμούς υλοποιώντας τον πρωταρχικό σκοπό της τέχνης.

Τουλάχιστον υπηρετεί τον άλλο σκοπό, εκείνον της πρόκλησης συναισθημάτων; Δηλαδή  μόλις ανοίξουν τα φώτα της αίθουσας ή πέσουν οι τίτλοι στις ψηφίδες τις μικρής ιδιωτικής οθόνης μας (τηλεόρασης, pc, tablet) στο τέλος έχει αφήσει η νεόκοπη, πολυσυζητημένη και πολυδιαφημιζόμενη ταινία κάποια συναισθηματική επίγευση; Ίσως κατόπιν εξονυχιστικής ενδοσκόπησης, ιχνηλάτησης των ερεθισμάτων του εσωτερικού μας κόσμου εντοπίσουμε ένα επιδερμικό στιγμιαίο μειδίαμα που σχηματίστηκε όσο μασουλούσαμε το ποπ κορν (το οποίο δεν γλίτωσε και αυτό από την αισχροκέρδεια και πωλείται και πανάκριβα). Και μόνο το ότι κατά τη διάρκεια της προβολής πλέον αγωνιούμε για το πώς θα ικανοποιήσουμε το στομάχι μας δείχνει ότι οι ταινίες πλέον  δεν προκαλούν συναισθηματική μέθεξη (άρα τα ζητούμενα συναισθήματα). Διότι μέθεξη σημαίνει ολοκληρωτική παράδοση ψυχής, πνεύματος, σώματος στο πόνημα της τέχνης (εν προκειμένω στην ταινία). Δεν «υφίστανται» οι βιοτικές ανάγκες εκείνη την ιερή στιγμή. Επίσης αν την επόμενη μέρα μετά την προβολή της ταινίας θυμόμαστε μονάχα αχνά την υπόθεσή της ή χειρότερα θυμόμαστε μόνο τη διαδικασία προβολής, πχ την ουρά στα ταμεία, είναι ένα άλλο σημάδι της αποτυχίας της ταινίας να φέρει σε πέρας το συναισθηματικής φύσεως σκοπό της. Σημάδι αυτής της  αποτυχίας των σημερινών ταινιών είναι και η αδιαφορία μας να τις παρακολουθήσουμε σε επανάληψη (πού εκείνος ο διακαής και άσβεστος πόθος που νιώθουμε σα να βλέπουμε πρώτη φορά -ενώ πρόκειται για πολλοστή- τα κινηματογραφικά κλασικά αριστουργήματα;). Αυτά λοιπόν τα σημάδια-εντυπώσεις (που δηλαδή τυπώνει εν τη ψυχή μας η ταινία) μαρτυρούν την άκαρπη προσπάθεια της πρόκλησης/μετάγγισης συναισθημάτων, την αποτυχία δηλαδή της ταινίας του σήμερα να περατώσει το σκοπό της και συνεπώς τη γενικότερη αποτυχία της να θεωρείται γνήσιο απότοκο τέχνης.

«Αλήθεια αυτός ο βίαιος απογαλακτισμός του κινηματογράφου από την τέχνη που προσφάτως συνέβη, έχει επιπτώσεις; Και αν έχει, ποιες είναι αυτές οι επιπτώσεις; Και γιατί μας ενδιαφέρουν;». Αυτά είναι κάποια  ερωτήματα  τα οποία μπορεί να σας δημιουργήθηκαν από τις παραπάνω διαπιστώσεις μου. Θα ξεκινήσω πρώτα με το ερώτημα περί υπάρξεως των επιπτώσεων, παραθέτοντας τον τρίτο νόμο του Νεύτωνα: «για κάθε δράση μιας δύναμης υπάρχει μία δύναμη αντίδρασης», επομένως η απόκλιση του κινηματογράφου από τους σκοπούς της τέχνης είναι μία δύναμη-πρόβλημα, η οποία έχει τη δική της αντίδραση-επίπτωση. Άρα οι επιπτώσεις αυτής της προβληματικής απόκλισης του κινηματογράφου από τους σκοπούς της τέχνης, υπάρχουν. Και πριν προχωρήσω στο δεύτερο ερώτημα, συγκρατήστε και το εξής: «ενός κακού μύρια έπονται». Δηλαδή να λάβετε υπόψη ότι οι επιπτώσεις, γενικά τα «κακά», συνδέονται με αλληλουχία• το ένα προκαλεί το άλλο.

Ερχόμαστε στο άλλο ερώτημα: «ποιες είναι αυτές οι επιπτώσεις;» (θα παραθέσω την αιτία, το πρόβλημα και την επίπτωση του).

Ο κινηματογράφος λόγω της ανελευθερίας έκφρασης που επιβάλλουν -όπως προαναφέρθηκε- οι παραγωγοί, παύει πια να διαδίδει ιδέες• παύει να πληροί το σκοπό του ως τέχνη και αποκλίνει αυτής (αυτό είναι το πρόβλημα και αναπτύχθηκε στη δεύτερη παράγραφο). Όμως με βάση την αριστοτελική τελεολογική θεώρηση «τίποτα δεν υφίσταται χωρίς τέλος (=σκοπό)». Και επειδή ο  κινηματογράφος εξακολουθεί να υφίσταται συμπεραίνεται ότι έχει σκοπό, διαφορετικό μεν, αλλά έχει. Ο νέος σκοπός του είναι αυτός της μετάδοσης ιδεών αλλά μόνο εκείνων που υπηρετούν τις υστερόβουλες επιταγές των παραγωγών. Το νοσηρό ποιόν των ιδεών καθιστά και το σκοπό νοσηρό. Άρα ο σύγχρονος κινηματογράφος όχι μόνον δεν ωφελεί αλλά «βλάπτει» το κοινό του. Αυτή είναι η επίπτωση η οποία επέρχεται σε αλληλουχία με το πρώτο «κακό» αυτό της παράλειψης -ως τέχνης-  ωφέλειας εκ μέρους του κινηματογράφου. Έχουμε δηλαδή κάτι το οξύμωρο το οποίο θα το παρουσιάσω με αυτή την αλληγορία: σαν να έχουμε έναν σκλάβο (τον ανελεύθερο εκφραστικά κινηματογράφο στην περίπτωσή μας) να μάχεται για την υποδούλωση άλλων σκλάβων (του κοινού). Εν συνεχεία θα αποδείξω τον ισχυρισμό μου για αυτή την βλαβερή επίπτωση (που προκαλεί η απόκλιση του κινηματογράφου από την τέχνη) μέσα από το ρόλο του σεναρίου στη σύγχρονη κινηματογραφική παραγωγή. Στο σενάριο η άλλοτε πεμπτουσία της ταινίας -η φωνή της ιδεολογίας των οραμάτων των δημιουργών- έχει ευτελιστεί, έχει υποβαθμιστεί ως «άφωνο». Η αφωνία του προήλθε με την κοπή των φωνητικών χορδών του, των στοιχείων δηλαδή που αποτελούν πυλώνες ύπαρξής του. Αυτά είναι η  ανάπτυξη της πλοκής, οι ήρωες και η εκδήλωση της ιδεολογίας.

Όσον αφορά την πλοκή του σεναρίου, έχει υποβαθμιστεί καθώς έχει χάσει τη ριψοκίνδυνη αναπτυξιακή πρωτοτυπία της. Η πλοκή κατέφυγε στην υιοθέτηση μοτίβων επιτυχημένων ταινιών (remake ή «ξαναζεσταμένα αποφάγια του Hollywood» όπως τα αποκαλεί ο ακαδημαϊκός κινηματογράφου Robert Mckee) και στην τακτική ανάπτυξή της σε συνέχειες (sequels). Επιλογές που εξασφαλίζουν την ασφάλεια αποδοχής από ένα σταθερό οπαδικού τύπου κοινό (οι λεγόμενοι fans) και  την επακόλουθη ασφάλεια είσπραξης σταθερών προσόδων. Οι ήρωες που ενσαρκώνουν το σενάριο με τη σειρά τους έχουν και αυτοί ευτελιστεί. Δεν μπορούν  να αποκαλούνται ήρωες αλλά σεναριακοί χαρακτήρες. Δεν είναι ούτε ήρωες-ηθικά πρότυπα των τραγωδιών του Αισχύλου, ούτε οι κοινοί θνητοί με τους οποίους μπορούμε ως θεατές να ταυτιστούμε. Είναι ήρωες φορείς απαξιών. Των  απαξιών που υπηρετούν τα κερδοσκοπικά συμφέροντα της γραμμής παραγωγής. Αναπόφευκτα λοιπόν και ο τρίτος πυλώνας του σεναρίου, η δυνατότητα έκφρασης της ιδεολογίας χωρίς την ύπαρξη των υπολοίπων στοιχείων και κάτω από τον ζυγό της λογοκρισίας των μεγαλοκεφαλαιούχων, υποβαθμίζεται ως ατελέσφορη. Έτσι το σενάριο βάλλεται βλαπτικά αλλά εκτοξεύει και το ίδιο βλαβερά πυρά. Δηλαδή όχι μόνο μας στερεί των ευεργεσιών του (κάποτε σαν εμπροσθοφυλακή μας αφύπνιζε ακόμα και φιλοσοφικά -βλ. Χομπσμπάουμ, ο οποίος για το έργο του «Ληστές» επηρεάστηκε από ταινίες αντίστοιχου περιεχομένου- και κάποτε μας ενέπνεε επαναστάσεις πολιτικές και πνευματικές). Πλέον σαν επικοινωνιακό επιτελείο προπαγάνδας της γραμμής παραγωγής μας βυθίζει στη συνειδησιακή αποχαύνωση, στην απροθυμία της αβελτηρίας προκειμένου να ικανοποιήσουμε το δυνατόν καλύτερα συμφέροντα των παραγωγών του. Και ο λόγος που ανέφερα τις βλαβερές επιπτώσεις της επικρατούσας κρίσης του κινηματογράφου είναι γιατί μόνο έτσι θα αντιληφθούμε την αναγκαιότητα ανατροπής της (δεν πρόκειται για ανούσιες αλλά για ταινίες ζημιογόνες προς τη συνείδηση μας) και θα βρούμε τη λύση. Ζητούμενο δεν είναι μόνο να δαχτυλοδείχνουμε άπραγοι αλλά να δράσουμε και να επιφέρουμε λύσεις. Τις δικές μου λύσεις-προτάσεις θα σας παραθέσω παρακάτω.  

Η έβδομη τέχνη λοιπόν συμβατικά, από συνήθεια και χάριν σεβασμού της παλαιότερης συνεισφοράς της, αποκαλείται τώρα τέχνη. Καθώς είναι τελείως αποπροσανατολισμένη των θεμελιωδών σκοπών υπάρξεώς της. Όμως είμαι της οπτιμιστικής πεποίθησης (και όχι της πεσιμιστικής κυκλικής του Θουκυδίδη, σύμφωνα με την οποία ο άνθρωπος δεν εξελίσσεται αλλά επαναλαμβάνει τα λάθη του). Πιστεύω δηλαδή πως ο άνθρωπος είναι ικανός  να αναιρέσει ή να διορθώσει ό,τι ο ίδιος έπραξε. Με αυτή την πίστη λοιπόν αισιοδοξώ. Αισιοδοξώ πως αυτή η κατάσταση είναι αναστρέψιμη υπό τις ακόλουθες -πάντα κατά την ταπεινή μου γνώμη- προϋποθέσεις: Πρώτον οι  σχετικοί θεσμοί οφείλουν από εδώ και πέρα να απονέμουν βραβεία σε ταινίες με κριτήριο το αν υπηρετούν την έβδομη τέχνη και όχι όπως είθισται στις μέρες μας. Δηλαδή με απονομές κατευθυνόμενες από τη σκοπιμότητα της απόσβεσης της ζημίας, του κόστους των φαραωνικών παραγωγών (πίσω από τις οποίες κρύβονται οι συνήθεις ύποπτοι, οι μεγολοκεφαλαιούχοι). Και φυσικά θα πρέπει να συμπεριλαμβάνουν οι θεσμοί βράβευσης και τις ανεξαρτήτων παραγωγών, τις σινεφίλ ταινίες και όχι να δημιουργούν υποδεέστερους, διαφορετικούς θεσμούς βράβευσής τους (τα φεστιβάλ ανεξάρτητων ταινιών) περιθωριοποιώντας τες. Φέτος στο «σκοτάδι το πνιχτό, φάνηκε η λάμψη ενός αστεριού», καθώς έγινε αυτό το τολμηρό, ανατρεπτικό βήμα, αφήνοντας εμβρόντητα τα λόμπι και τις στοιχηματικές εταιρείες, με τη βράβευση στα Όσκαρ -ίσως του ποιο αναγνωρισμένου θεσμού βράβευσης- της ταινίας «Τα Παράσιτα». Μία ξενόγλωσση ταινία σινεφίλ, με σενάριο που θυμίζει αρχαίο δράμα και το οποίο συγχρόνως καταγγέλλει τα σύγχρονα κοινωνικά προβλήματα -έφερε δηλαδή τα μηνύματα που όφειλε ως έργο τέχνης. «Τα παράσιτα» λοιπόν υπερφαλάγγισαν το κατεστημένο της κινηματογραφικής παραγωγής και την άτυπη παράδοση που ήθελε τις σινεφίλ ταινίες να κατορθώνουν μονάχα να κερδίζουν την υποψηφιότητα. Ωστόσο το πρώτο βήμα είχε κάνει η ταινία moonlight, η οποία αποτέλεσε τη νικήτρια ταινία με το χαμηλότερο μπάτζετ στο θεσμό των Όσκαρ, όμως ήταν εγχώριας -αμερικάνικης προέλευσης και οι συντελεστές της είχαν εργαστεί και σε μεγάλες παραγωγές. Επομένως θέλω να ελπίζω πως  έχει ήδη  κινητοποιηθεί ο μηχανισμός βελτιωτικής μεταστροφής της νοοτροπίας των ανθρώπων που στελεχώνουν τους θεσμούς και επηρεάζουν σε καθοριστικό  βαθμό την πορεία του κινηματογράφου. Και η δεύτερη προϋπόθεση αφορά εμάς τους θεατές και κοινωνούς αυτής της τέχνης. Οφείλουμε να συνεπικουρήσουμε στην ανάκτηση και αποκατάσταση της ταυτότητας του κινηματογράφου ως τέχνη με το να επιλέγουμε τέτοιες ταινίες, οι οποίες δεν συνιστούν μία ακόμη σπατάλη χρόνου και χρήματος. Ταινίες οι οποίες μας ωφελούν, με τις ιδέες που τίκτουν (γεννούν), μας ευαισθητοποιούν, μας καλούν να ξεριζώσουμε τα αγκάθια (και με τον όρο αυτό παρομοιάζω τα κοινωνικά, βαλτωμένα  άλυτα προβλήματα) που «πληγώνουν» την ανεπανάληπτη ζωή μας και που μας εμποδίζουν να την απολαύσουμε. Επιζητώντας λοιπόν τέτοιες ταινίες θα μπορούσαμε να αλλάξουμε και τον ρουν της κινηματογραφικής βιομηχανίας. Διότι η βιομηχανία για να μπορούσε να ανταποκριθεί στις νέες κερδοφόρες ανάγκες μας, θα υποχρεωνόταν  να επιτρέψει στους οραματιστές κινηματογραφιστές να ξαναποκτήσουν την ελευθερία έκφρασής τους και να επιστρέψουν στα βασικά αξιώματα της τέχνης απελευθερώνοντας το ταλέντο τους (γιατί -ας είμαστε ειλικρινείς- και η ελευθερία έκφρασης και η ευγενής πρόθεση υπηρέτησης της τέχνης να υπάρχουν, αν δεν υπάρχει ταλέντο δεν υπάρχει και καλλιτεχνικό αποτέλεσμα). Υπό αυτές τις προϋποθέσεις θεωρώ πως θα άνθιζε μία σύγχρονη nouvelle vague, ένα σύγχρονο free cinema. Ακολούθως, θα κυκλοφορούσαν περισσότερες ταινίες ουσίας, ποιότητας, δε θα μετριόντουσαν στα δάχτυλα όπως συμβαίνει σήμερα με τις σινεφίλ. Θα ήταν εναρμονισμένες με το σκοπό και την ιστορία της  έβδομης τέχνης και έτσι θα βιώναμε μια πολιτιστική άνοιξη.

Σουζάνα Γεωργούση

Γεια σου! Ονομάζομαι Σουζάνα Γεωργούση. Προς το παρόν είμαι φοιτήτρια. Κάποτε υπήρξα μέλος της εθνικής νέων κολύμβησης μέχρι να με «σταματήσει» η προετοιμασία για τις πανελλαδικές εξετάσεις. Ανέκαθεν υπήρξα απορροφημένη στο χιμαιρικό κόσμο των συναισθημάτων και των ονείρων μου. Ποτέ δε θα μπορούσα να φανταστώ έναν κόσμο χωρίς μουσική και βιβλία• θα ήταν αποπνικτά βουβός και δε θα άντεχα τη σιωπή της αιχμηρής αλήθειας.

Please publish modules in offcanvas position.