Το αθέατο δίκτυο του παράνομου τζόγου στην Ελλάδα
- Κώστας Μακρής ΤΖΟΓΟΣ

Η ραγδαία εξέλιξη της τεχνολογίας και οι απεριόριστες ευκαιρίες που προσφέρει το διαδίκτυο έχουν μετασχηματίσει το τοπίο του τζόγου στην Ελλάδα. Την τελευταία χρονιά, η έκρηξη στη συμμετοχή Ελλήνων σε παράνομες δραστηριότητες τυχερών παιχνιδιών φτάνει σε ανησυχητικά επίπεδα, με τα μεγέθη να προκαλούν συναγερμό στις αρμόδιες αρχές.
Σύμφωνα με τα πιο πρόσφατα δεδομένα της ΕΕΕΠ για το 2024, η συνολική αξία του παράνομου τζόγου αγγίζει το 1,67 δισ. ευρώ, με περίπου 800.000 πολίτες να έχουν συμμετάσχει έστω και μία φορά σε μη αδειοδοτημένες δραστηριότητες τυχερών παιχνιδιών (περίπου το 9,5% του πληθυσμού). Μάλιστα, η «μαύρη λίστα» παράνομων ιστότοπων και χώρων παρουσίασε αύξηση κατά 40% συγκριτικά με το προηγούμενο έτος, στοιχείο που υπογραμμίζει την επέκταση του φαινομένου.
Γιατί οδηγούνται οι παίκτες στην παρανομία;
Σύμφωνα με έρευνα της Kapa Research για λογαριασμό της ΕΕΕΠ, οι λόγοι που οδηγούν τους παίκτες σε παράνομα δίκτυα είναι, κυρίως, η υψηλή φορολογία στις νόμιμες πλατφόρμες, η δυνατότητα ανώνυμων συναλλαγών (κατάθεση/ανάληψη) και τα ελκυστικά μπόνους που προσφέρονται εκτός θεσμικού πλαισίου.
Τα παράνομα καζίνο και λέσχες ξεπηδούν σχεδόν παντού στη χώρα, με «επίκεντρο» την Αττική και κυρίως τα προάστια όπως Κορωπί, Μαρκόπουλο, αλλά και κεντρικά σημεία όπως τα Πατήσια, η Ομόνοια και η Κυψέλη. Ακολουθούν περιοχές όπως η Θεσσαλονίκη, η Πάτρα, η Κατερίνη, το Ναύπλιο και δύο νομοί της Κρήτης: Ηράκλειο και Ρέθυμνο.
Ενδεικτικό της κατάστασης είναι ότι μόνο μέσα στις γιορτές των Χριστουγέννων 2024 έγιναν πάνω από 170 συλλήψεις για παράνομο παιχνίδι σε περίπου 20 καζίνο της Αττικής.
Η αντιπαράθεση με τις Αρχές
Η λειτουργία ενός παράνομου χώρου τζόγου μπορεί να "στηθεί" ακόμα και σε αποθήκες ή υπόγεια, με βασικό εξοπλισμό και μία καλή σύνδεση internet. Αυτό δυσχεραίνει σημαντικά το έργο της Ελληνικής Αστυνομίας και της ΕΕΕΠ, αφού πολλές φορές δεν αφήνονται ψηφιακά ίχνη, ενώ οι υπεύθυνοι των παράνομων κυκλωμάτων μπορούν να διαφύγουν μέσα σε λίγα λεπτά όταν αισθανθούν ότι κινδυνεύουν με σύλληψη.
Ιδιαίτερα έντονη είναι η δραστηριότητα σε περιόδους γιορτών ή μεγάλων αθλητικών γεγονότων (π.χ. Μουντιάλ), με αποτέλεσμα οι επιχειρήσεις καταστολής να εντείνονται τότε, όπως δήλωσε και ο αναπληρωτής γενικός διευθυντής της ΕΕΕΠ, Αντώνης Αλεξίου.
Στατιστικά για το 2024
- 799.000 άτομα συμμετείχαν σε μη αδειοδοτημένο τζόγο.
- 401.000 έπαιξαν παράνομο στοίχημα.
- 392.000 έπαιξαν ρουλέτα.
- 309.000 ασχολήθηκαν με τα φρουτάκια.
- 390.000 έπαιξαν διαδικτυακά μόνοι τους, ενώ 215.000 σε φυσικό χώρο (λέσχη, internet cafe).
- Το μέσο ποσό που δαπανάται ετησίως ανά παίκτη φτάνει τα 1.934 ευρώ.
- Από αυτά, 1.194 ευρώ αφορούν διαδικτυακά δίκτυα και 738 ευρώ σε φυσικούς χώρους.
Η ζημιά από τον παράνομο τζόγο είναι τεράστια, καθώς οδηγεί σε απώλειες φορολογικών εσόδων, ξέπλυμα μαύρου χρήματος και σοβαρά κοινωνικά προβλήματα. Είναι χαρακτηριστικό ότι ο εθισμός είναι σαφώς υψηλότερος σε σχέση με τον νόμιμο τζόγο.
Προφίλ παράνομων παικτών
- Το 10,3% είναι ηλικίας 17-24 ετών, παρότι το νόμιμο όριο είναι τα 21.
- Οι ηλικίες 18-34 είναι οι πιο δραστήριες στα παράνομα δίκτυα, ενώ οι νόμιμες πλατφόρμες έχουν κυρίως ηλικίες 34-49.
- Πάνω από το 47% των παικτών ξαναπαίζουν τα κέρδη τους.
- Οι πληροφορίες για τα παράνομα δίκτυα διακινούνται κυρίως από στόμα σε στόμα (58%), αλλά και μέσω social media (40%), dark web (23%), αλλά και με απευθείας επικοινωνία με τους διοργανωτές (9%).
Τάσεις και νομοθετικές παρεμβάσεις
Μεγαλύτερη ανησυχία προκαλεί το γεγονός ότι παρατηρείται πλέον αυξανόμενη εξάπλωση και στην επαρχία, πέραν των αστικών κέντρων, κάτι που σχετίζεται με την εποχικότητα του τζόγου (π.χ. γιορτές, αθλητικά events).
Για την αντιμετώπιση του φαινομένου, το υπουργείο Οικονομικών ανακοίνωσε νέο αυστηρότερο ρυθμιστικό πλαίσιο, με βασικούς άξονες:
- Άμεσο κλείσιμο και αφαίρεση άδειας καταστημάτων όπου εντοπίζεται παράνομος τζόγος.
- Αυστηρότερη διαδικασία αδειοδότησης για internet cafe.
- Αυστηρές ποινές για όσους εμπλέκονται.
- Ποινές φυλάκισης για όσους εμποδίζουν τον έλεγχο.
Στόχος είναι η προστασία των ανηλίκων, ο περιορισμός του εθισμού και η δημιουργία ενός σύγχρονου, αποτελεσματικού συστήματος ελέγχου που να προσαρμόζεται στις προκλήσεις της ψηφιακής εποχής.

