Από την υπόθεση Σορίν Ματέι στην «Τελευταία Κλήση»: Η ιστορία που σημάδεψε την τηλεοπτική Ελλάδα επιστρέφει στη μεγάλη οθόνη
- Μάνος Κεραμίδης ΣΙΝΕΜΑ

Υπάρχουν ταινίες που στηρίζονται σε ένα δυνατό θέμα και υπάρχουν και ταινίες που ακουμπούν πάνω σε μια πληγή που δεν έκλεισε ποτέ πραγματικά. Η «Τελευταία Κλήση» ανήκει περισσότερο στη δεύτερη κατηγορία. Παρ' ότι παρουσιάζεται ως έργο μυθοπλασίας εμπνευσμένο από διαφορετικά πραγματικά περιστατικά, η σύνδεσή της με την υπόθεση Σορίν Ματέι είναι τόσο έντονη, ώστε το φιλμ λειτουργεί εξαρχής μέσα σε ένα φορτισμένο πεδίο μνήμης, τηλεοπτικής εικόνας και δημόσιου σοκ.
Αυτό που κάνει την ταινία να ξεχωρίζει δεν είναι μόνο το «τι» αφηγείται, αλλά το «πώς» επιλέγει να το αφηγηθεί. Αντί να διεκδικήσει τη θέση μιας εξαντλητικής πολιτικής ή ιστορικής αποτίμησης, προτιμά να χτίσει έναν σφιχτό, κλειστοφοβικό μηχανισμό αγωνίας. Η ομηρία, το τηλεοπτικό στούντιο, η αστυνομική διαχείριση, οι παρασκηνιακοί χειρισμοί: όλα μετατρέπονται σε συγκοινωνούντα δοχεία μιας έντασης που δεν αφήνει τον θεατή να κρατήσει απόσταση. Εκεί βρίσκεται και η δύναμή της. Η «Τελευταία Κλήση» δεν θέλει τόσο να εξηγήσει το γεγονός, όσο να αναπαράγει το ασφυκτικό κλίμα μιας χώρας που βλέπει μια τραγωδία να ξετυλίγεται μπροστά στα μάτια της σχεδόν σε πραγματικό χρόνο.

Όταν η αφήγηση γίνεται κλειστοφοβική εμπειρία
Η ταινία πετυχαίνει κάτι καθόλου αυτονόητο για το εγχώριο σινεμά: αποδεικνύει ότι το ελληνικό mainstream θρίλερ μπορεί να έχει ρυθμό, ένταση και αφηγηματική καθαρότητα χωρίς να εγκαταλείπει τελείως το κοινωνικό του υπόστρωμα. Δεν είναι λίγο. Για χρόνια, κάθε απόπειρα ελληνικής εμπορικής κινηματογραφικής έντασης έμοιαζε είτε διστακτική, είτε υπερτονισμένη. Εδώ, αντίθετα, υπάρχει αίσθηση ελέγχου. Η ταινία κινείται με αυτοπεποίθηση ανάμεσα στο δράμα και την αγωνία, ενώ το σενάριο, το μοντάζ και η φωτογραφία συνεργάζονται αρμονικά.
Το πιο ενδιαφέρον στοιχείο, όμως, δεν είναι μόνο η αποτελεσματικότητά της ως θρίλερ. Είναι ο τρόπος με τον οποίο ξαναφέρνει στην επιφάνεια ένα ερώτημα που παραμένει οδυνηρά σύγχρονο: τι συμβαίνει όταν η ενημέρωση παύει να καταγράφει ένα γεγονός και αρχίζει να το διαμορφώνει; Η υπόθεση Ματέι έμεινε χαραγμένη στη συλλογική μνήμη όχι μόνο λόγω της ομηρίας και της βίας, αλλά και επειδή η ίδια η τηλεόραση έγινε μέρος του δράματος. Η live μετάδοση δεν ήταν απλό φόντο. Ήταν ενεργός μηχανισμός έντασης, δημόσιου βλέμματος και, τελικά, ηθικής εκτροπής. Η ταινία, ακόμη κι αν δεν επιλέγει την πλήρως αναλυτική ή καταγγελτική οδό, δεν μπορεί παρά να κουβαλά αυτό το βάρος. Και ακριβώς γι’ αυτό αποκτά μεγαλύτερο ενδιαφέρον από μια συνηθισμένη αστυνομική ιστορία.

Από την ενημέρωση στο θέαμα
Είναι επίσης σημαντικό ότι η «Τελευταία Κλήση» δεν στηρίζεται αποκλειστικά στη «δύναμη της υπόθεσης». Από όσα έχουν ήδη γραφτεί, γίνεται σαφές ότι το φιλμ επενδύει συνειδητά στην ατμόσφαιρα: το ασφυκτικό διαμέρισμα, το ψυχρό ηλεκτρικό φως του στούντιο, οι σκιές των μηχανισμών που κινούνται γύρω από το συμβάν. Η φωτογραφία του Ραμόν Μαλαπέτσα και το μοντάζ του Θοδωρή Αρμάου φαίνεται να είναι από τα βασικά εργαλεία με τα οποία η ταινία διατηρεί τον παλμό της, ενώ στο ερμηνευτικό πεδίο το καστ δίνει στο υλικό την απαιτούμενη ένταση χωρίς να το αφήνει να γλιστρήσει εντελώς σε κραυγαλέα υπερβολή.
Κάπου εδώ βρίσκεται και η ουσιαστική της επιτυχία. Η «Τελευταία Κλήση» δεν είναι σημαντική επειδή «θυμίζει» μια γνωστή υπόθεση. Είναι σημαντική επειδή επιχειρεί να μετατρέψει εκείνη τη μνήμη σε κινηματογραφική εμπειρία. Δεν κάνει δικαστική αναψηλάφηση. Δεν παριστάνει την ιστορική αλήθεια. Κάνει κάτι διαφορετικό: παίρνει το αίσθημα μιας εποχής (την τηλεοπτική υστερία, τη δημόσια αμηχανία, τον φόβο, τη σύγχυση, τη βία που μεταδίδεται σχεδόν ως θέαμα) και το ανασυνθέτει ως θρίλερ. Αυτό μπορεί να ενοχλήσει όσους θα ήθελαν μια πιο καθαρά πολιτική ή πιο ερευνητική προσέγγιση. Αλλά ως καλλιτεχνική επιλογή έχει συνοχή.
Ίσως τελικά εκεί να κρίνεται και το αν η ταινία αξίζει: όχι στο κατά πόσο «λέει όλη την αλήθεια», αλλά στο κατά πόσο καταφέρνει να σε κάνει να νιώσεις ξανά το ρίγος μιας στιγμής όπου η χώρα κοίταζε μια οθόνη και δεν ήξερε αν παρακολουθεί είδηση, διαπραγμάτευση ή καταστροφή. Και με αυτή την έννοια, η «Τελευταία Κλήση» πετυχαίνει κάτι ουσιαστικό. Μας θυμίζει ότι πριν από τα social media της συνεχούς ροής και πριν η προσοχή μας χαθεί μέσα στην υπερπληροφόρηση, υπήρξε ήδη στην Ελλάδα μια στιγμή όπου η πραγματικότητα έγινε θέαμα σε ζωντανή μετάδοση. Και αυτό, όσος καιρός κι αν περάσει, παραμένει βαθιά ανατριχιαστικό.





