Υπόκλιση…

Υπόκλιση…

( 25 Ψήφοι )
Σύνταξη-επιμέλεια: Ζωή Σταυρίδου | Τετάρτη, 11.09.19 02:30
 

Υπόκλιση…

Στο υπόγειο της οδού Βαλσάμη η λάμπα έκαιγε εδώ και μέρες. Κάπου κάπου ακουγόταν ένας θόρυβος πνιχτός σαν σουβλιά σε λαμαρίνα κι έπειτα πηχτή σιωπή. Στο διπλανό δωμάτιο η κυρά Ευθαλία στριφογύριζε στα χέρια της ένα παλιό μπατζάκι για κόντεμα. Κι έσπαγε το κεφάλι της…

Εκείνο το απόγευμα ο μικρός της γιος λέει θα έπαιζε στο θέατρο. Τον είχε διαλέξει ο καινούργιος δάσκαλος για να στέκει μπροστά. Θα υποδυόταν ένα παλικάρι από τη Σμύρνη, που η μοίρα το έφερε να γίνει τρανός στην Αθήνα. Μετά το σχόλασμα είδε το Θύμιο να μπαίνει σαν σίφουνας από την αυλή, ανέμιζαν τα σγουρά μαλλιά του, πετούσε χαμόγελα παντού, τραγουδούσε και στριφογύριζε. Μαζί είχε φέρει και ένα χαρτί με τα ρούχα, τα παπούτσια και ό,τι άλλο απαιτούσε ο ρόλος…

Σαν διάβασε τη λίστα το στομάχι της Ευθαλίας σφίχτηκε. Καλά το πουκάμισο, θα ζητούσε από την παπαδιά που ‘χε παιδιά στην ηλικία του μικρού, παπούτσια θα έβαζε του αδερφού του, ας ήταν λίγο μεγάλα, παντελόνι όμως όπως το ζητούσε ο δάσκαλος δεν είχε πού να το ζητιανέψει. Έκανε κάτι να πει, έψαξε το Θύμιο, άφαντος. Καλά τα θέατρα και οι τέχνες, δεν πάνε πουθενά, ας έπαιζε του χρόνου. Καθώς έκανε να δρασκελίσει το κατώφλι, σκάλωσαν τα μάτια της στο μικρό κούτσουρο. Ο Θύμιος με βροντερή φωνή διάβαζε και ξαναδιάβαζε τα λόγια του. Τη μια στιγμή έτρεχε να γλιτώσει από το διωγμό, αμέσως μετά καθισμένος καταγής έπιανε κουβέντα με έναν δραγουμάνο στο καράβι, έσωζε με ορμή μια μάνα με μωρό στην αγκαλιά και μεσόκοπος πια στην Αθήνα αναπολούσε με ήρεμη φωνή τα περασμένα.

Σάστισε η κυρά Ευθαλία. Άσπρισαν τα δάχτυλά της πάνω στο χαρτί. Πώς να του πάρει από τα χέρια τέτοιο δώρο; Το ίδιο βράδυ γύρεψε του άντρα της λεφτά για το παντελόνι. Η επόμενη μέρα τους βρήκε στην ίδια θέση, λες και φοβόταν ο ένας να ακούσει κι έτρεμε ο άλλος να πει. Το πήρε απόφαση η Ευθαλία και κίνησε για το σχολείο. Έπιασε το δάσκαλο, εξήγησε, παρακάλεσε. Φτωχοί άνθρωποι ήταν, ο πατέρας αγκομαχούσε ολημερίς στα χωράφια, με το ζόρι έβγαινε η μέρα, έμεναν οι ίδιοι κάποια βράδια νηστικοί  να μην πεινάσουν τα παιδιά την επομένη. Κατάλαβε εκείνος, την καθησύχασε κι  ακύρωσε την παράσταση. Ας γινόταν του χρόνου.

Στην κουζίνα, η κυρά Ευθαλία ετοίμασε μερικά κεφτεδάκια για το μεσημέρι και πατάτες που βρήκε δανεικά. Περίμενε το Θύμιο να γυρίσει. Της φάνηκε ότι άργησε. Σαν έφτασε το απόγευμα, κίνησε για το σχολείο. Έσπρωξε τη σκουριασμένη πόρτα, κοίταξε τριγύρω. Κανείς. Πέρασε από το καφενείο, στάθηκε στην αλάνα. Πουθενά. Τράβηξε για το σπίτι. Της φάνηκε ότι άκουσε ένα σούρσιμο στην πίσω αυλή. Πάνω στα ξερά φύλλα μερικές σελίδες χαρτί ανακατεύονταν με το νωπό χώμα. Τις μάζεψε προσεχτικά σαν κάτι πολύτιμο. Τις σιδέρωσε και τις έκρυψε πίσω από εικονοστάσι.

Την ίδια νύχτα μια σκιά δρασκέλισε τα σοκάκια μέχρι την πράσινη καγκελόπορτα στην άκρη του χωριού κρατώντας ευλαβικά μερικές κιτρινισμένες σελίδες. Ένα παιδί ψιθύρισε μιαν ευχή, κι ένα σύννεφο εγκατέλειψε τον ουρανό για να γίνει βροχή.

Εκείνο το Απριλιάτικο απόγευμα ο Θύμιος μάγεψε όλη την πλατεία. Έλαμπε μέσα στο λευκό πουκάμισο, τα σκούρα του μαλλιά γίνονταν πυρακτωμένες σαΐτες, γυάλιζαν τα μαύρα του παπούτσια σαν έτρεχε κατά μήκος της σκηνής, προκαλούσε ρίγη ενθουσιασμού με τη βροντερή φωνή του, συγκίνηση και δέος με όσα εξιστορούσε από τα παλιά.

Σαν τελείωσε η παράσταση, γέμισε ο αέρας από χειροκρότημα και φωνές. Άλλοι τον σήκωσαν στα χέρια, άλλοι τον γέμισαν ευχές και γλυκά, οι συμμαθητές του τον αγκάλιασαν, μερικοί τον τράβηξαν για μια φωτογραφία. Έστρεψε εκείνος  τα μάτια του στο πλήθος, έψαξε τους δικούς του. Γύρεψε τα χέρια της μάνας του, τη φωνή του πατέρα, το γέλιο του Λάμπρου. Πουθενά. Ρώτησε, δεν τους είχε δει κανείς. Του φάνηκε πως τα φώτα έσβησαν απότομα. Ένας κόμπος ανέβηκε στο λαιμό του. Δάκρυα γέμισαν τα μάτια του. Να λείπει η οικογένειά του από τέτοια χαρά; Ντράπηκε για εκείνους, ντράπηκε τον κόσμο να τον δει να κλαίει. Έψαξε τις τσέπες του, ένα μαντήλι ίσως, κάτι. Το χέρι του έπιασε κάτι σαν ψίχουλα. Το τράβηξε έξω. Καπνός. Θυμήθηκε τις φωνές της κυρά Ευθαλίας όταν ξεχνούσε ο πατέρας κάνα τσιγάρο στην τσέπη του κι  άνοιγε αυτό κάνοντας τη σκάφη της χάλια. Ψαχούλεψε την τσέπη από το πουκάμισο. Πουθενά μαντήλι. Μόνο ένα μικρό κομμάτι αντίδωρο, που φύλαγε πάντα η μάνα στην καλή της φούστα μετά την εκκλησία.

Και κάπου εκεί τα φώτα ξανάναψαν. Και στη σκηνή απέμεινε ένα κομμένο παντελόνι, ένα πουκάμισο από φούστα κι ένα ζευγάρι παπούτσια που ράφτηκαν όλα μαζί με λευκή κλωστή αγάπης για να ζήσει ένα παιδί το όνειρό του.

Στο δρόμο για το σπίτι ο Θύμιος επαναλάμβανε ξανά και ξανά τα λόγια του. Πότε σταματούσε, μάλωνε  τον εαυτό του που ξέχασε μια λέξη. Κι έτρεχε. Δεν έπρεπε να αργήσει. Στο σπίτι τον περίμενε άλλη μια παράσταση, και σ΄ αυτό το κοινό χρωστούσε τον καλύτερό του εαυτό.

 

Προσθήκη νέου σχολίου

Το tempo.gr παρακαλεί του φίλους αναγνώστες του να γράφουν με ελληνικούς και όχι με λατινικούς χαρακτήρες (greeklish), όπως επίσης να αποφεύγουν και την υπερβολική χρήση κεφαλαίων γραμμάτων. Ο χώρος των σχολίων προσφέρεται σε όλους για να εκφράζουν ελεύθερα την άποψή τους, χωρίς καμία λογοκρισία από την πλευρά των Διαχειριστών, αρκεί η διατύπωση να βρίσκεται πάντοτε σε κόσμια πλαίσια. Επισημαίνεται ότι όσα σχόλια είναι συκοφαντικά, προσβλητικά, υβριστικά ή περιέχουν προσωπικά δεδομένα, συνδέσμους προς πορνογραφικό υλικό ή κάθε είδους άσεμνο και απαγορευμένο περιεχόμενο, θα διαγράφονται αυτομάτως.


Κωδικός ασφαλείας
Ανανέωση

Περισσότερα Θέματα:

«Για κάτι λάθη και κάτι πάθη - #ΤοΒιβλ1ο» από τη Σπυριδούλα Κούτρα

Μόλις κυκλοφόρησε σε συλλεκτική έκδοση και περιορισμένο αριθμό αντιτύπων το βιβλίο «Για κάτι λάθη και κάτι πάθη - #ΤοΒιβλ1ο» της Σπυριδούλας Κούτρα. Η συγγραφέας γράφει για δύο ζωές. Αυτή που ξεκινάει με το πρώτο σου κλάμα και αυτή τη δεύτερη επιλεγμένη, κατακτημένη, ξαναχτισμένη με πείσμα ζωή που δομείται αποκλειστικά από σένα και…

Δωρεάν προβολή online της ταινίας «Μέρες Βροχής» του Αλεσσάντρο Σπηλιωτόπουλου

Την ταινία «Μέρες Βροχής - Rainy Days» του Αλεσσάντρο Σπηλιωτόπουλου διαθέτουν δωρεάν για online προβολή οι συντελεστές της, προσπαθώντας έτσι να συμβάλλουν στην ψυχαγωγία όλων εμάς που βιώνουμε τον αναγκαστικό εγκλεισμό στο σπίτι λόγω του κορωνοϊού. Πρόκειται για μια ταινία η οποία προωθήθηκε όλο αυτό το διάστημα μέσω διάφορων…

Η απουσία σου

Έβρεχε. Παράξενη κοπέλα, το δέρμα της χλωμό, με έντονα μάτια, έμοιαζε σαν τη βροχή που έπεφτε στο παράθυρό της. Οι αστραπές που έριχνε έμοιαζαν με τα μάτια της, που φεγγοβολούσαν μέσα στο σκοτάδι. Τα κόκκινα μάγουλά της που έκαιγαν από έρωτα, είχαν χλομιάσει, είχε νιώσει άδεια. Η καρδιά όταν αδειάζει, μοιάζει με κίτρινο κερί που σβήνει.…

Επίλογοι

Τα πρώτα καρβέλια φεύγουν για το μοναστήρι μέσα σε ψάθινα καλάθια. Τα πρώτα χρόνια φορτώνονταν στον Ηρακλή, το μοναδικό μουλάρι του χωριού. Καθώς φτιάχτηκε ο δρόμος για την πόλη, ανέλαβε τη δουλειά το φορτηγάκι. Παρόλα αυτά ο Ηρακλής συνέχιζε το ίδιο δρομολόγιο κάθε πρωί μέχρι τη μονή και πάλι πίσω στην πλατεία. Μια παγερή μέρα, κάποιος…

Αυτή τη μόνη λέξη

Με τον Μάνο γνωρίζονταν από παιδιά. Στην ίδια στενή γειτονιά, σπίτια διπλανά. Όταν πέθανε ο κυρ Απόστολος και άδειασε το χαμηλό σπίτι στα δεξιά, είχε ευχηθεί η Μυρτώ να ερχόταν μια μεγάλη οικογένεια. Σαν πέρασε ο χειμώνας και πήρε ο ήλιος τον ανήφορο, τα παράθυρα στη Μενάνδρου 14 άνοιξαν διάπλατα. Το τραπεζάκι της βεράντας στόλιζε πλέον…

Ταξιδεύοντας…

(για τον Λευτέρη… που πάντα θα αξίζει το όνομά του) Κλείνοντας την πόρτα πίσω εκείνο το βράδυ, ένιωσε το κάθε βήμα του να σκάβει σαν γηραιός τυφλοπόντικας μια στοά μέχρι το υπόγειο. Χαμογέλασε στη σκέψη. Δεν είχε υπόγειο. Κακοτεχνίες. Αυτά πλήρωνε τώρα. Γιατί  έρχονται στιγμές που θέλεις να πετάξεις μέσα ένα χαλί, μια κουζίνα με καμένο…

Καλό συναπάντημα...

Στον προθάλαμο του ανακαινισμένου κτιρίου δίπλα στον παλιό ηλεκτρικό είχε στηθεί από μέρες ένα πρόχειρο γραφείο. Δύο πλάκες μπετόν, μια λωρίδα μοκέτας κι ένα ξύλινο ράφι κάπου πιο πίσω. Μια εταιρεία σχεδίου με έδρα το Μόναχο αναζητούσε προσωπικό. Η αγγελία είχε κυκλοφορήσει σε μια τοπική εφημερίδα και οι αιτήσεις είχαν ήδη ξεπεράσει τις…

Μια ζαριά καλή…

Κάθε Τρίτη και άλλο παιχνίδι. Αυτή ήταν η συμφωνία και οι κανόνες σαφείς. Αν έχανες, πλήρωνες την άλλη φορά. Κέρδιζες; Υπομονή μέχρι την  επόμενη παρτίδα. Δεν ήταν και πολύς καιρός που έπαιζε ο Μενέλαος. Βράδυ πάνω στο ποτό τον τραβολόγησε ένας φίλος να συμπληρωθεί η ομάδα. Ο φίλος έφυγε, έμεινε εκείνος με τρία χαρτιά να ποντάρει για το…

Πρόσφατα Δημοφιλή

Covid-19: Μην κλείνεις τα μάτια...

Όταν ήμασταν παιδιά και πηγαίναμε με τους γονείς μου στο χωριό της…

Η σωτηρία από τον ιό είναι στο χέρι μας

Πρωτόγνωρες οι στιγμές που βιώνουμε. Στιγμές που ο αόρατος εχθρός…

Η κρίση της έβδομης τέχνης και προτάσεις για την αναγέννησή της

Διευκρινίσεις για το πλαίσιο κειμένου: πρόκειται για μια απόπειρα…

Όταν σταμάτησε ο χρόνος...

Δεν υπάρχουν πολλά λόγια για να περιγράψει κανείς πώς είναι να ζεις…

Ο φόβος και οι άνθρωποι

Οι συλλογικοί φόβοι διατρέχουν την ιστορία της ανθρωπότητας. Οι αιτίες…

Ο εαυτός μου μέσα από τα μάτια ενός χωρισμού

Ένα από τα μεγαλύτερα ελαττώματα του ανθρώπινου είδους είναι η βαθειά…

Επιλογές Συντακτικής Ομάδας

Αυτή τη Δημοκρατία εννοούν;

Επτά χρόνια πριν, ανυποψίαστοι πρωτοακούγαμε για την αμερικάνικη…

Καρυωτάκης - Πολυδούρη: Μια ιστορία από το παρελθόν

Είναι φορές που δύσκολα μπορείς να ξεχωρίσεις αν τα γεγονότα που…

Ιερά τέρατα του παγκόσμιου κινηματογράφου

Καινούργιοι μεγάλοι σταρ εμφανίζονται στη μεγάλη οθόνη κατά καιρούς,…

Γιατί ο Καπιταλισμός δημιουργεί άσκοπες δουλειές - Του David Graeber

Είναι σαν κάποιος εκεί έξω να επινοεί άσκοπες δουλειές μόνο και μόνο…

Κλεπτομανία

Η κλεπτομανία ορίζεται ως μία συναισθηματική διαταραχή του ελέγχου…

Θρίλερ και ταινίες τρόμου που άφησαν εποχή (Β' μέρος αφιερώματος)

Συνεχίζοντας το αφιέρωμα για τις καλύτερες ταινίες τρόμου και θρίλερ…
Στείλε το άρθρο σου

transparent

transparent


Το tempo.gr χρησιμοποιεί cookies για να σας προσφέρει τις καλύτερες υπηρεσίες. Χρησιμοποιώντας τον ιστότοπό μας, αποδέχεστε τη χρήση των cookies. Μάθετε περισσότερα.

Δέχομαι τα cookies από αυτό τον ιστότοπο.
Όροι χρήσης