Υπόκλιση…

5 1 1 1 1 1 Βαθμολογία 5.00 (26 Ψήφοι)

Υπόκλιση…

Στο υπόγειο της οδού Βαλσάμη η λάμπα έκαιγε εδώ και μέρες. Κάπου κάπου ακουγόταν ένας θόρυβος πνιχτός σαν σουβλιά σε λαμαρίνα κι έπειτα πηχτή σιωπή. Στο διπλανό δωμάτιο η κυρά Ευθαλία στριφογύριζε στα χέρια της ένα παλιό μπατζάκι για κόντεμα. Κι έσπαγε το κεφάλι της…

Εκείνο το απόγευμα ο μικρός της γιος λέει θα έπαιζε στο θέατρο. Τον είχε διαλέξει ο καινούργιος δάσκαλος για να στέκει μπροστά. Θα υποδυόταν ένα παλικάρι από τη Σμύρνη, που η μοίρα το έφερε να γίνει τρανός στην Αθήνα. Μετά το σχόλασμα είδε το Θύμιο να μπαίνει σαν σίφουνας από την αυλή, ανέμιζαν τα σγουρά μαλλιά του, πετούσε χαμόγελα παντού, τραγουδούσε και στριφογύριζε. Μαζί είχε φέρει και ένα χαρτί με τα ρούχα, τα παπούτσια και ό,τι άλλο απαιτούσε ο ρόλος…

Σαν διάβασε τη λίστα το στομάχι της Ευθαλίας σφίχτηκε. Καλά το πουκάμισο, θα ζητούσε από την παπαδιά που ‘χε παιδιά στην ηλικία του μικρού, παπούτσια θα έβαζε του αδερφού του, ας ήταν λίγο μεγάλα, παντελόνι όμως όπως το ζητούσε ο δάσκαλος δεν είχε πού να το ζητιανέψει. Έκανε κάτι να πει, έψαξε το Θύμιο, άφαντος. Καλά τα θέατρα και οι τέχνες, δεν πάνε πουθενά, ας έπαιζε του χρόνου. Καθώς έκανε να δρασκελίσει το κατώφλι, σκάλωσαν τα μάτια της στο μικρό κούτσουρο. Ο Θύμιος με βροντερή φωνή διάβαζε και ξαναδιάβαζε τα λόγια του. Τη μια στιγμή έτρεχε να γλιτώσει από το διωγμό, αμέσως μετά καθισμένος καταγής έπιανε κουβέντα με έναν δραγουμάνο στο καράβι, έσωζε με ορμή μια μάνα με μωρό στην αγκαλιά και μεσόκοπος πια στην Αθήνα αναπολούσε με ήρεμη φωνή τα περασμένα.

Σάστισε η κυρά Ευθαλία. Άσπρισαν τα δάχτυλά της πάνω στο χαρτί. Πώς να του πάρει από τα χέρια τέτοιο δώρο; Το ίδιο βράδυ γύρεψε του άντρα της λεφτά για το παντελόνι. Η επόμενη μέρα τους βρήκε στην ίδια θέση, λες και φοβόταν ο ένας να ακούσει κι έτρεμε ο άλλος να πει. Το πήρε απόφαση η Ευθαλία και κίνησε για το σχολείο. Έπιασε το δάσκαλο, εξήγησε, παρακάλεσε. Φτωχοί άνθρωποι ήταν, ο πατέρας αγκομαχούσε ολημερίς στα χωράφια, με το ζόρι έβγαινε η μέρα, έμεναν οι ίδιοι κάποια βράδια νηστικοί  να μην πεινάσουν τα παιδιά την επομένη. Κατάλαβε εκείνος, την καθησύχασε κι  ακύρωσε την παράσταση. Ας γινόταν του χρόνου.

Στην κουζίνα, η κυρά Ευθαλία ετοίμασε μερικά κεφτεδάκια για το μεσημέρι και πατάτες που βρήκε δανεικά. Περίμενε το Θύμιο να γυρίσει. Της φάνηκε ότι άργησε. Σαν έφτασε το απόγευμα, κίνησε για το σχολείο. Έσπρωξε τη σκουριασμένη πόρτα, κοίταξε τριγύρω. Κανείς. Πέρασε από το καφενείο, στάθηκε στην αλάνα. Πουθενά. Τράβηξε για το σπίτι. Της φάνηκε ότι άκουσε ένα σούρσιμο στην πίσω αυλή. Πάνω στα ξερά φύλλα μερικές σελίδες χαρτί ανακατεύονταν με το νωπό χώμα. Τις μάζεψε προσεχτικά σαν κάτι πολύτιμο. Τις σιδέρωσε και τις έκρυψε πίσω από εικονοστάσι.

Την ίδια νύχτα μια σκιά δρασκέλισε τα σοκάκια μέχρι την πράσινη καγκελόπορτα στην άκρη του χωριού κρατώντας ευλαβικά μερικές κιτρινισμένες σελίδες. Ένα παιδί ψιθύρισε μιαν ευχή, κι ένα σύννεφο εγκατέλειψε τον ουρανό για να γίνει βροχή.

Εκείνο το Απριλιάτικο απόγευμα ο Θύμιος μάγεψε όλη την πλατεία. Έλαμπε μέσα στο λευκό πουκάμισο, τα σκούρα του μαλλιά γίνονταν πυρακτωμένες σαΐτες, γυάλιζαν τα μαύρα του παπούτσια σαν έτρεχε κατά μήκος της σκηνής, προκαλούσε ρίγη ενθουσιασμού με τη βροντερή φωνή του, συγκίνηση και δέος με όσα εξιστορούσε από τα παλιά.

Σαν τελείωσε η παράσταση, γέμισε ο αέρας από χειροκρότημα και φωνές. Άλλοι τον σήκωσαν στα χέρια, άλλοι τον γέμισαν ευχές και γλυκά, οι συμμαθητές του τον αγκάλιασαν, μερικοί τον τράβηξαν για μια φωτογραφία. Έστρεψε εκείνος  τα μάτια του στο πλήθος, έψαξε τους δικούς του. Γύρεψε τα χέρια της μάνας του, τη φωνή του πατέρα, το γέλιο του Λάμπρου. Πουθενά. Ρώτησε, δεν τους είχε δει κανείς. Του φάνηκε πως τα φώτα έσβησαν απότομα. Ένας κόμπος ανέβηκε στο λαιμό του. Δάκρυα γέμισαν τα μάτια του. Να λείπει η οικογένειά του από τέτοια χαρά; Ντράπηκε για εκείνους, ντράπηκε τον κόσμο να τον δει να κλαίει. Έψαξε τις τσέπες του, ένα μαντήλι ίσως, κάτι. Το χέρι του έπιασε κάτι σαν ψίχουλα. Το τράβηξε έξω. Καπνός. Θυμήθηκε τις φωνές της κυρά Ευθαλίας όταν ξεχνούσε ο πατέρας κάνα τσιγάρο στην τσέπη του κι  άνοιγε αυτό κάνοντας τη σκάφη της χάλια. Ψαχούλεψε την τσέπη από το πουκάμισο. Πουθενά μαντήλι. Μόνο ένα μικρό κομμάτι αντίδωρο, που φύλαγε πάντα η μάνα στην καλή της φούστα μετά την εκκλησία.

Και κάπου εκεί τα φώτα ξανάναψαν. Και στη σκηνή απέμεινε ένα κομμένο παντελόνι, ένα πουκάμισο από φούστα κι ένα ζευγάρι παπούτσια που ράφτηκαν όλα μαζί με λευκή κλωστή αγάπης για να ζήσει ένα παιδί το όνειρό του.

Στο δρόμο για το σπίτι ο Θύμιος επαναλάμβανε ξανά και ξανά τα λόγια του. Πότε σταματούσε, μάλωνε  τον εαυτό του που ξέχασε μια λέξη. Κι έτρεχε. Δεν έπρεπε να αργήσει. Στο σπίτι τον περίμενε άλλη μια παράσταση, και σ΄ αυτό το κοινό χρωστούσε τον καλύτερό του εαυτό.

Please publish modules in offcanvas position.