Μια ζαριά καλή…

5 1 1 1 1 1 Βαθμολογία 5.00 (23 Ψήφοι)

Μια ζαριά καλή…

Κάθε Τρίτη και άλλο παιχνίδι. Αυτή ήταν η συμφωνία και οι κανόνες σαφείς. Αν έχανες, πλήρωνες την άλλη φορά. Κέρδιζες; Υπομονή μέχρι την  επόμενη παρτίδα.

Δεν ήταν και πολύς καιρός που έπαιζε ο Μενέλαος. Βράδυ πάνω στο ποτό τον τραβολόγησε ένας φίλος να συμπληρωθεί η ομάδα. Ο φίλος έφυγε, έμεινε εκείνος με τρία χαρτιά να ποντάρει για το κατοστάρικο. Η τύχη το ‘φερε ξημερώματα να γεμίσει η τσέπη του, γλυκάθηκε με το χαρτικό,  δέκα  χρόνια στο ραφτάδικο τόσο χρήμα δεν είχε περάσει από τα χέρια του.

Από εκείνη τη μέρα λες και κάτι σφήνωσε μέσα του. Όλα του έφταιγαν. Αργούσε στο μαγαζί, μάλωνε με τους προμηθευτές, λογόφερνε με τους υπαλλήλους, αρπαζότανε με τους πελάτες. Στριφογύριζε την ταμειακή, μετρούσε κάθε λίγο την είσπραξη, μπαινόβγαινε στη σάλα σαν γύπας που του κρύψανε τη λεία. Δεν άργησε να φτάσει στα αυτιά της Ματούλας, τον είχαν δει λέει σε ένα καταγώγι να μπαίνει αργά, με ένα μπουκάλι στο χέρι. Πιο δίπλα κορίτσια με πόντους στο καλσόν καλούσαν στην κάμαρη τους περαστικούς.

Το επόμενο πρωί πήγε να τον βρει. Της φάνηκε ξενυχτισμένος. Τα μαλλιά του ανάκατα, μύριζε το σπίτι ποτό, γόπες σωρός στο τασάκι. Ένα παντελόνι κουβαριασμένο στην καρέκλα, στάλες πομάδας ριγμένες στο νεροχύτη, καφές πουθενά, ένα βαζάκι με μέλι κρυσταλλωμένο από καιρό στο ντουλάπι. Έκανε να ανοίξει  τα παράθυρα, η υγρασία έτρεχε στο νοτισμένο τζάμι,  γρύλισε ένα απότομο όχι εκείνος σαν σφυριά σε πυρωμένο μέταλλο.  Το πρώτο που της έλεγε ποτέ. Τρόμαξε η Ματούλα. Τον κοίταξε καλά. Δεν τον γνώριζε αυτόν εδώ. Στεκόταν στη θέση του μνηστήρα της, είχε στο μάγουλο το ίδιο σημάδι από ευλογιά, στα χέρια του φορούσε τη βέρα της, μα θα παιρνε όρκο πως δεν ήταν ο Μενέλαος. Τον είδε να την πλησιάζει, ο φόβος έκανε τα μηλίγγια της να γεμίζουν σπασμένο γυαλί. Ένιωσε την ανάσα του θολή να την κυκλώνει, κάτι μουρμούρισε εκείνος, σκότωσαν οι λέξεις χωρίς σιγαστήρα το χρόνο. Στο τραμ για το σπίτι νόμιζε πως όλοι κοιτούν το σημάδι στο δεξί της χέρι. Σκεπάστηκε με το πανωφόρι σφιχτά για να μη δουν το μεγαλύτερο. Εκείνο στο μέρος της καρδιάς.

Δύο μέρες μετά, στο στενό της οδού Μπελοφάντη, μερικά κορίτσια σαχλαμάριζαν με δύο νεαρούς μεταφορείς. Τις είχε δασκαλέψει η μαντάμ Δόμνα να μη δηλώνουν επάγγελμα. Πάνω στην κουβέντα και τα αστεία έπεσε και η πληροφορία για τη λέσχη στο υπόγειο.

Εκείνο το βράδυ ο Μενέλαος είχε ρέντα. Έπεφταν τα χαρτιά παραγγελιά. Σε ένα γύρισμα της τράπουλας βρέθηκε με δύο κόλπα. Ο ναύτης δίπλα του με τα γυαλιά έδειχνε χαμένος από χέρι. Του πέταξε ένα ντάμα μπαστούνι. Καλό για την ώρα, αλλά είπε να περιμένει κι άλλο γύρο, ζητούσε  μεγαλύτερη ζημιά. Τράβηξε ένα από τη στοίβα, το πέταξε όπως ήρθε.  Ο τύπος δίπλα του φύσηξε καπνό, σημάδι ότι είχε αγχωθεί. Πήρε από τη στοίβα κι αυτός, πήγε πάσο. Πόνταρε ο γέρος  πιο πέρα  τα τριπλά, ένιωσε ο Μενέλαος το αίμα του να καίει, όπως την πρώτη φορά. Μπήκε με ό,τι είχε, λεφτά, το ρολόι, μια βέρα, τον σταυρό του. Στο τραπέζι η ντάμα μπαστούνι έκανε υπομονή. Ο Μενέλαος το έβλεπε. Σε λίγο πλησίαζε η νίκη. Χωρίς να περιμένει, απλώθηκε να πάρει χαρτί, πάσο θα πήγαινε και ο δίπλα.  Έβλεπε τα τσαλακωμένα κατόφραγκα να του γνέφουν, το χαμόγελο επέστρεψε και πάλι στα χείλη του. Μα ένα χέρι του έκοψε τη φόρα. Ο τύπος δίπλα στο ναύτη, με την ουλή βαθιά στο πηγούνι κρατούσε ήδη στα χέρια του τη ντάμα. Άπλωσε τα χαρτιά του ένα ένα, κάθε χαρτί και μια κοψιά, ο πόνος μέχρι το μεδούλι. Φουλ.

Στο μικρό μπαλκόνι ο ήλιος έμπαινε κρυφά μέσα από τις γρίλιες. Μέχρι το μεσημέρι η γειτονιά είχε μυρίσει ραβανί με μαστίχα κι ένα στενό πιο κάτω το άρωμα από ψωμί ζύμωνε στο πέρασμά του εικόνες και θύμησες.

Επιστρέφοντας σπίτι ο Σωτήρης είχε σταθεί σε έναν πλανόδιο, γέμισε ένα σακουλάκι κάστανα και αγόρασε καραμέλες φλόκας που άρεσαν στη γυναίκα του. Φτάνοντας τη βρήκε να ποτίζει το βασιλικό και να του τραγουδάει. Χαμογέλασε αθόρυβα. Όλα τα αγαπούσε στη Ματούλα. Τα γλυκά της λόγια, τον τρόπο που τον ξυπνούσε για τη δουλειά, το φόβο της μην κάνει κακό σε κάποιο έντομο, το σημάδι στο δεξί της χέρι.

Ένα μεσημέρι την είχαν δει με κάποιον τύπο στο πάρκο με μαύρο κασκέτο και ουλή. Ρώτησε κι έμαθε. Χαρτοκλέφτης, τοκογλύφος, μην μπλέξεις. Το ίδιο βράδυ την ακολούθησε. Την είδε να κλαίει, να κοντοστέκεται, να ρίχνει έναν φάκελο κάτω από μια πόρτα. Πήγε και βρήκε τον τύπο. Ένας σταυρός, μια λίρα, πάνε αυτά, πουλήθηκαν σε μια κυρία. Ένα δαχτυλίδι με κόκκινη πέτρα είχε ξεμείνει. Το στριφογύρισε, διάβασε το όνομα. Κατάλαβε. Την άλλη μέρα γύρισε πιο αργά στο σπίτι. Πάνω στο κομοδίνο της ένα ζευγάρι σκουλαρίκια κι ένα φυλαχτό, τα μόνα της κοσμήματα. Άφησε δίπλα ένα κουτάκι. Της ανήκε αυτό το δαχτυλίδι. Κι ας πουλήθηκε σε χαμένη παρτίδα. Τι κι αν έγραφε ένα άλλο όνομα. Δεν τον ένοιαζε. Εκείνος δεν είχε σκοπό να περιμένει δεύτερο γύρο για να αρπάξει το σωστό χαρτί. Ήξερε πως η ζωή δε φέρνει πίσω όσα χάνονται.

Και με τη σκέψη αυτή έτρεξε να την ανταμώσει στην βεράντα.

Please publish modules in offcanvas position.