Αυτή τη μόνη λέξη

Αυτή τη μόνη λέξη

( 17 Ψήφοι )
Σύνταξη-επιμέλεια: Ζωή Σταυρίδου | Κυριακή, 06.10.19 22:42
 

Αυτή τη μόνη λέξη

Με τον Μάνο γνωρίζονταν από παιδιά. Στην ίδια στενή γειτονιά, σπίτια διπλανά. Όταν πέθανε ο κυρ Απόστολος και άδειασε το χαμηλό σπίτι στα δεξιά, είχε ευχηθεί η Μυρτώ να ερχόταν μια μεγάλη οικογένεια. Σαν πέρασε ο χειμώνας και πήρε ο ήλιος τον ανήφορο, τα παράθυρα στη Μενάνδρου 14 άνοιξαν διάπλατα. Το τραπεζάκι της βεράντας στόλιζε πλέον μια μικρή γλάστρα με νυχτολούλουδο κι ένα χαλάκι ροδακινί είχε πάρει τη θέση του στην πόρτα. Μόνο ο σκουριασμένος μεντεσές στα παράθυρα θύμιζε ακόμα τον κυρ Απόστολο.

Επιστρέφοντας από το σχολείο εκείνο το μεσημέρι, είχε σταθεί η Μυρτώ παράμερα να χαζέψει τη μπουγάδα της νέας γειτόνισσας. Μέσα από την κουζίνα έρχονταν μυρωδιές από κεφτεδάκια, ντομάτα και λίγος βασιλικός μαζί. Έκανε να φύγει. Τελευταία στιγμή γύρισε. Ένα καστανό αγόρι πετούσε λίγο κρέας στο γατάκι που περίμενε. Σκάλωσε η ματιά της στα πράσινα μάτια του. Κι έμεινε εκεί. Ίσα με το τέλος μιας ζωής που μόλις άρχιζε.

Από τις πρώτες μέρες κιόλας το παιχνίδι τους δεν είχε τελειωμό. Κρύβονταν κάτω από την παλιά γέφυρα, πετούσαν σακουλάκια με νερό σε ζευγάρια, μιμούνταν όλη τη γειτονιά, βουτούσαν κρυφά στη θάλασσα, παράβγαιναν στη βροχή, χτυπούσαν πόρτες και κουδούνια τις Κυριακές πρωί. Οι μανάδες το βράδυ φώναζαν εναλλάξ και μόνο ένα όνομα κάθε φορά. Όπου ήταν ο Μάνος, ήταν και η Μυρτώ. Κι όπου ήταν και οι δυο, έλειπε η ησυχία. Μαζί στις διακοπές, μαζί στη σειρά για προσευχή, μαζί στο χιονοπόλεμο, μαζί και στο πάρτυ της Ελένης ένα Σαββατιάτικο απόγευμα με αφορμή το τέλος της τρίτης Γυμνασίου.

Ανάμεσα στα παιδιά του σχολείου βρίσκονταν και τα ξαδέρφια της από την Αθήνα. Η Αναστασία, ένα ψηλό αδύνατο κορίτσι με ξανθά μαλλιά, η Μαίρη με πολλά δαχτυλίδια στα χέρια και ο Ανδρέας, τελειόφοιτος Λυκείου.  Μέσα στις φωνές και το χορό, ξεχάστηκε με τις φίλες της η Μυρτώ. Κάποτε γύρεψε το Μάνο. Με την άκρη του ματιού της τον είδε κοντά τη βεράντα να κρατά το χέρι ενός κοριτσιού. Η Μαίρη. Κόλλησε το βλέμμα της πάνω τους. Είχε κοντά κοκκινωπά μαλλιά και  βαμμένα μωβ νύχια με πολλά δαχτυλίδια. Προσπάθησε να τα παρατηρήσει μα εκείνα κινούνταν συνεχώς. Έμπλεκαν στο λευκό πουκάμισο του Μάνου, άγγιζαν το χέρι του, ορμούσαν πίσω στα κόκκινα μαλλιά της. Μικρά σιδερένια λεπιδάκια που έκοβαν κομματάκια την ανάσα και τις λέξεις της.

Αργά τη νύχτα άκουσε η Μυρτώ πετραδάκια στο παράθυρό της. Τι την έπιασε και είχε φύγει έτσι από το πάρτυ; Η φωνή του Μάνου τη γέμισε λαχτάρα.  Έκανε να του ανοίξει  μα δε βρήκε το κουράγιο, το λόγο και καμία λέξη που να χε γλιτώσει εκείνο το βράδυ από την αλήθεια.

Κόντεψε να λιποθυμήσει η κυρία Ρένα σαν της ανακοίνωσε η κόρη της τα σχέδια για τις διακοπές. Τι γύρευε ένα κορίτσι καλοκαιριάτικα στη Βυτίνα; Έβλεπε τα υπόλοιπα να απλώνουν μαγιό, σορτς, πετσέτες και η δικιά της έχωνε στη βαλίτσα ζακέτες και κάλτσες. Έπιασε τη Δέσποινα. Ιδέα δεν είχε κι εκείνη. Ο Μάνος έλειπε με τον πατέρα του στα μελίσσια το τριήμερο, ποιόν να ρωτήσουν.

Δευτέρα μεσημέρι ανέβηκε η Μυρτώ στο λεωφορείο. Θα έφτανε Μαίναλο κι από κει για Βυτίνα με το επόμενο. Στο κάθισμα δίπλα της ένα κορίτσι με δυνατή μουσική της πρόσφερε τσίχλα. Την έλεγαν Ισμήνη. Ασυναίσθητα κοίταξε τα νύχια της. Κόκκινα. Στο Μαίναλο αποχαιρετίστηκαν. Όσο περίμενε το επόμενο λεωφορείο λίγο χάζεψε η Μυρτώ σε ένα μαγαζάκι. Αγόρασε κάτι για τη γιαγιά, κάτι για εκείνη και λίγα για το δρόμο.

Έφτασε νύχτα. Βγήκε ο παππούς να την υποδεχτεί. Χρόνια είχε να τη δει, του φάνηκε ολόκληρη γυναίκα. Τις πρώτες μέρες τις πέρασε παρέα με τη γιαγιά στο σπίτι, δεν το κουνούσε από τον κήπο και τη βεράντα. Ένα πρωινό πεθύμησε η Μυρτώ να αγγίξει την κούνια της από τα παλιά, στερεωμένη σε μια βελανιδιά. Βήμα στο βήμα τριγύρισε  στο χωριό. Θυμήθηκε το παλιό ξωκλήσι, τις βατομουριές, έτρεχε ξωπίσω της ο Μεμάς, το σκυλί του παππού, γέρικο πια. Κάποια στιγμή κουράστηκαν. Πήραν τον ανήφορο και στρίψανε προς το σπίτι. Πριν ανοίξει την πόρτα, άκουσε το όνομά της. Γύρισε απότομα. Ο ήλιος την τύφλωνε, μα εκείνη τη φωνή τη γνώριζε σαν να έβγαινε από μέσα της. Ο Μάνος.

Κάθησαν στο μοναδικό παγκάκι της γωνίας.  Την παρατηρούσε καθώς έσφιγγε τα χέρια της  γύρω από τους καρπούς. Πρώτη φορά την έβλεπε με βαμμένα νύχια, παρολίγον να μην τη γνωρίσει με τα κοντά πορτοκαλένια μαλλιά. «Ήθελα να αλλάξω λίγο», σαν να διάβασε τη σκέψη του εκείνη. «Έτσι κι αλλιώς είσαι όμορφη και χωρίς τόσα χρώματα» απάντησε εκείνος. «Γιατί ήρθες;» έκανε την αδιάφορη χωρίς να τον κοιτάξει. Της έδωσε ο Μάνος μια σακούλα με ένα βάζο, μέλι από πορτοκαλιές, το καλύτερο που είχαν βγάλει ποτέ. «Δοκίμασε. Για σένα το έβγαλα». Έκανε να χαμογελάσει η Μυρτώ. Καθώς πήγε να το πάρει, έπεσε το μάτι της στο βραχιόλι του, δερμάτινο με τα αρχικά ΜΜ. Πετάχτηκαν τα λεπιδάκια από δαχτυλίδια, χαράκωσαν τα χείλη της, γέμισαν το κεφάλι της με την εικόνα της Μαίρης,  της έφυγε το βάζο από το χέρι, μάτωσε το μέλι από το  γυαλί. Έφυγε κλαίγοντας. Όρμησε σαν χίμαιρα στα στενά, μπροστά εκείνη, πίσω τα λεπιδάκια. Κάποτε σταμάτησε. Τράβηξε προς το σπίτι. Ανεβαίνοντας τη σκάλα άκουσε τη γιαγιά που κοιμόταν βαθιά. Ευχήθηκε να μην είχε απομακρυνθεί πολύ ο Μορφέας. Τον είχε ανάγκη απόψε.

Η κυρία Ρένα έκανε ώρα να καταλάβει πως η κοπέλα που της χαμογελούσε ήταν η κόρη της. Ένιωσε όμως τόσο χαρούμενη, ώστε δε σχολίασε το νέο χρώμα στα μαλλιά της. Έτρεξε βέβαια αμέσως να ρωτήσει την κομμώτρια για ξεβαφές. Την ώρα του φαγητού γύρισε κάποτε η κουβέντα στο σχολείο, τα όνειρα για Πανεπιστήμιο και τους γείτονες.. Πετάχτηκε η Αργυρούλα και κάρφωσε με το βέλος την αδερφή της. Έφυγε ο Μάνος. Στραβοκατάπιε η Μυρτώ. Μετάθεση ο πατέρας του, τα μαζέψανε άρον άρον, πάλεψε η Δέσποινα να μείνουν, αδύνατον. Άκουγε η Μυρτώ λέξεις σκόρπιες, βούιζαν τα αυτιά της, φαρμάκι στο στόμα της η κάθε μπουκιά. «Σου άφησε κι εσένα κάτι, είναι πάνω στο κρεβάτι σου». Παράτησε η Μυρτώ το τραπέζι, κόντεψε να γκρεμίσει την πόρτα. Άνοιξε την πολύχρωμη σακούλα. Ένα μικρό βαζάκι μέλι, η πέτρα από το σπάσιμο στο παράθυρο της αστυνομίας, πάντα του τη ζητούσε και ποτέ δεν της τη χάριζε ο Μάνος κι ένα χάρτινο σακουλάκι. Προσπάθησε να το ανοίξει προσεκτικά, κατέληξε όμως να το σκίσει. Ένα δερμάτινο βραχιόλι. Με τα αρχικά ΜΜ…

Στο σταθμό της Αγίας Παρασκευής από νωρίς είχαν κλείσει το δρόμο. Κόσμος, φωνές, απεργία. Δεν τον ένοιαξε. Τράβηξε για το σπίτι με τα πόδια. Περνώντας την εκκλησία έπεσε το μάτι του σε ένα δέντρο που έμοιαζε να ‘ναι εκεί πριν από τη δημιουργία του κόσμου. Κλαδιά, πουλιά, ποδήλατα, κάγκελα, θόρυβος πολύς. Σήκωσε τα μάτια του προς το φανάρι. Και τότε την είδε. Στεκόταν απέναντί του. Με τα καστανά μαλλιά της. Τα άβαφα νύχια της. Το δερμάτινο βραχιόλι φορεμένο στο χέρι της. Την πολύχρωμη σακούλα.

Δε θυμούνταν ποιος πλησίασε ποιόν. Ποιος αγκάλιασε ποιόν. Μόνο πως ένιωσαν ένα τσίμπημα και μετά κάτι γλυκό. Σαν μια μικρή μέλισσα φεύγοντας από ένα νυχτολούλουδο να άφησε στα χείλη τους μια σταγόνα μέλι από πορτοκάλι ευτυχίας.

 

Προσθήκη νέου σχολίου

Το tempo.gr παρακαλεί του φίλους αναγνώστες του να γράφουν με ελληνικούς και όχι με λατινικούς χαρακτήρες (greeklish), όπως επίσης να αποφεύγουν και την υπερβολική χρήση κεφαλαίων γραμμάτων. Ο χώρος των σχολίων προσφέρεται σε όλους για να εκφράζουν ελεύθερα την άποψή τους, χωρίς καμία λογοκρισία από την πλευρά των Διαχειριστών, αρκεί η διατύπωση να βρίσκεται πάντοτε σε κόσμια πλαίσια. Επισημαίνεται ότι όσα σχόλια είναι συκοφαντικά, προσβλητικά, υβριστικά ή περιέχουν προσωπικά δεδομένα, συνδέσμους προς πορνογραφικό υλικό ή κάθε είδους άσεμνο και απαγορευμένο περιεχόμενο, θα διαγράφονται αυτομάτως.


Κωδικός ασφαλείας
Ανανέωση

Περισσότερα Θέματα:

Αυτή τη μόνη λέξη

Με τον Μάνο γνωρίζονταν από παιδιά. Στην ίδια στενή γειτονιά, σπίτια διπλανά. Όταν πέθανε ο κυρ Απόστολος και άδειασε το χαμηλό σπίτι στα δεξιά, είχε ευχηθεί η Μυρτώ να ερχόταν μια μεγάλη οικογένεια. Σαν πέρασε ο χειμώνας και πήρε ο ήλιος τον ανήφορο, τα παράθυρα στη Μενάνδρου 14 άνοιξαν διάπλατα. Το τραπεζάκι της βεράντας στόλιζε πλέον…

Ταξιδεύοντας…

(για τον Λευτέρη… που πάντα θα αξίζει το όνομά του) Κλείνοντας την πόρτα πίσω εκείνο το βράδυ, ένιωσε το κάθε βήμα του να σκάβει σαν γηραιός τυφλοπόντικας μια στοά μέχρι το υπόγειο. Χαμογέλασε στη σκέψη. Δεν είχε υπόγειο. Κακοτεχνίες. Αυτά πλήρωνε τώρα. Γιατί  έρχονται στιγμές που θέλεις να πετάξεις μέσα ένα χαλί, μια κουζίνα με καμένο…

Καλό συναπάντημα...

Στον προθάλαμο του ανακαινισμένου κτιρίου δίπλα στον παλιό ηλεκτρικό είχε στηθεί από μέρες ένα πρόχειρο γραφείο. Δύο πλάκες μπετόν, μια λωρίδα μοκέτας κι ένα ξύλινο ράφι κάπου πιο πίσω. Μια εταιρεία σχεδίου με έδρα το Μόναχο αναζητούσε προσωπικό. Η αγγελία είχε κυκλοφορήσει σε μια τοπική εφημερίδα και οι αιτήσεις είχαν ήδη ξεπεράσει τις…

Μια ζαριά καλή…

Κάθε Τρίτη και άλλο παιχνίδι. Αυτή ήταν η συμφωνία και οι κανόνες σαφείς. Αν έχανες, πλήρωνες την άλλη φορά. Κέρδιζες; Υπομονή μέχρι την  επόμενη παρτίδα. Δεν ήταν και πολύς καιρός που έπαιζε ο Μενέλαος. Βράδυ πάνω στο ποτό τον τραβολόγησε ένας φίλος να συμπληρωθεί η ομάδα. Ο φίλος έφυγε, έμεινε εκείνος με τρία χαρτιά να ποντάρει για το…

Υπόκλιση…

Στο υπόγειο της οδού Βαλσάμη η λάμπα έκαιγε εδώ και μέρες. Κάπου κάπου ακουγόταν ένας θόρυβος πνιχτός σαν σουβλιά σε λαμαρίνα κι έπειτα πηχτή σιωπή. Στο διπλανό δωμάτιο η κυρά Ευθαλία στριφογύριζε στα χέρια της ένα παλιό μπατζάκι για κόντεμα. Κι έσπαγε το κεφάλι της… Εκείνο το απόγευμα ο μικρός της γιος λέει θα έπαιζε στο θέατρο. Τον…

Ελληνοφρένεια: Ο τσολιάς επιστρέφει στα ερτζιανά!

Από τη συχνότητα του ραδιοφωνικού σταθμού ΠΑΡΑΠΟΛΙΤΙΚΑ 90,1 θα εκπέμπει στο εξής η «Ελληνοφρένεια», όπως ανακοινώθηκε. Οι εκπομπές θα ξεκινήσουν στις 9 του Σεπτέμβρη και θα μεταδίδονται Δευτέρα έως Παρασκευή 13:00 με 14:00 το μεσημέρι. Ακολουθεί η ανακοίνωση του σταθμού, αναλυτικά: «Τα ΠΑΡΑΠΟΛΙΤΙΚΑ 90,1 καλωσορίζουν την «Ελληνοφρένεια»…

Ο Πεταλωτής για τους μισθούς των 40.000 ευρώ στην ΕΡΤ

Με αφορμή τις ανακατατάξεις σε πρόσωπα της ΕΡΤ μετά την αλλαγή κυβέρνησης και την έλευση προσεχώς νέων μεγάλων ονομάτων στο Ραδιομέγαρο, άναψε η συζήτηση για τα συμβόλαιά τους και το κατά πόσο η δημόσια τηλεόραση μπορεί να καλύψει τις υψηλές οικονομικές τους απαιτήσεις.  Ο πρώην υπουργός της κυβέρνησης ΠΑΣΟΚ, Γιώργος Πεταλωτής, έσπευσε…

Αεροπλανάκι…

Εκείνη την Παρασκευή του Οκτώβρη η κυρία Μερόπη ξεκίνησε πάλι για το σχολείο. Ανακάτεψε βιαστικά το τσάι της που είχε ήδη κρυώσει, ίσιωσε τη φούστα της, ξεκρέμασε το γκρι σακάκι και τοποθέτησε τα τετράδια των μαθητών στην τσάντα της. Ένα από αυτά το έβαλε σε διαφορετική θέση. Το προηγούμενο απόγευμα, διορθώνοντας τις εκθέσεις των μαθητών…

Πρόσφατα Δημοφιλή

Αεροπλανάκι…

Εκείνη την Παρασκευή του Οκτώβρη η κυρία Μερόπη ξεκίνησε πάλι για το…

Κι όταν πατάς τα όρια...;

Όρια. Καταβάθος, εαυτέ μου, δεν ξέρω αν συμπάθησες ποτέ στ' αλήθεια…

Το ξεπούλημα της ΔΕΗ και το τέλος των ψευδαισθήσεων

Το ξεπούλημα της δημόσιας περιουσίας που λαμβάνει χώρα στον τόπο μας τα…

Οι βροχεροί άνθρωποι

Έχεις βρεθεί στην εξοχή πριν αρχίσει να βρέχει; Έχεις μυρίσει το χώμα…

Ζήσε τη στιγμή!

Ζήσε τη στιγμή γιατί το επόμενο λεπτό θα είναι ανάμνηση. Η κάθε στιγμή…

Ταξίδι είσαι

Ταξίδι είσαι. Ακόμα δεν το έχεις καταλάβει ότι ταξιδεύεις και…

Επιλογές Συντακτικής Ομάδας

Γιατί ο Καπιταλισμός δημιουργεί άσκοπες δουλειές - Του David Graeber

Είναι σαν κάποιος εκεί έξω να επινοεί άσκοπες δουλειές μόνο και μόνο…

Κοινωφελής Εκμετάλλευση

Είμαι 1 χρόνο άνεργη, πτυχιούχος άνεργη. Έτσι, θεώρησα ότι η…

Οι Ιρανές δεν ντύνονται όπως νομίζεις

Το στερεότυπο που αρκετοί έχουν στο μυαλό τους για τις γυναίκες από…

Θρίλερ και ταινίες τρόμου που άφησαν εποχή (Β' μέρος αφιερώματος)

Συνεχίζοντας το αφιέρωμα για τις καλύτερες ταινίες τρόμου και θρίλερ…

Διάσημοι άνθρωποι που οδηγήθηκαν από την αποτυχία στην επιτυχία

Αν δεν αποτύχεις στη ζωή, δεν θα μπορέσεις ποτέ να γευτείς την…

5 ευγενικές χειρονομίες που εκλείπουν στις μέρες μας

Η ευγένεια στις ημέρες μας είναι μία υπόθεση τόσο δύσκολη που πολλοί…
Στείλε το άρθρο σου

transparent

transparent


Το tempo.gr χρησιμοποιεί cookies για να σας προσφέρει τις καλύτερες υπηρεσίες. Χρησιμοποιώντας τον ιστότοπό μας, αποδέχεστε τη χρήση των cookies. Μάθετε περισσότερα.

Δέχομαι τα cookies από αυτό τον ιστότοπο.
Όροι χρήσης